Από τις εποχές –κάπου στα ‘50s- που η εμφιάλωση των αναψυκτικών της Λουξ γινόταν …με το χέρι στις αυτοσχέδιες, αρχέγονες εγκαταστάσεις της Πάτρας και η Κρι Κρι πουλούσε τα παγωτά του ζαχαροπλαστείου της, τα ξακουστά κασσάτο, στους δρόμους της πόλης των Σερρών από τα καροτσάκια των πλανόδιων, πέρασαν πολλές δεκαετίες.

Οι μικρές, τότε, επαρχιακές οικογενειακές επιχειρήσεις μετατράπηκαν με το πέρασμα του χρόνου σε σύγχρονες και εξωστρεφείς βιομηχανίες υπό την ηγεσία των επόμενων γενεών, αυτών οι οποίες διαδέχθηκαν τους ιδρυτές τους, σε μια πορεία με πολλές ομοιότητες.

Λουξ και Κρι Κρι, δυο απολύτως ελληνικά brands του κλάδου των τροφίμων, άντεξαν -με το παραπάνω- στην διάρκεια της 10ετούς οικονομικής ύφεσης και στον ανταγωνισμό, ανταπεξέρχονται τώρα με την ίδια επιτυχία στις αντιξοότητες που προκαλεί στις αγορές η πανδημία του COVID-19, αυξάνουν μερίδια, πωλήσεις και εξαγωγές και τους τελευταίους –τουλάχιστον- μήνες φαίνεται να έχουν μπει, αμφότερες, στα επενδυτικά «monitors» ισχυρών «παικτών».

Οι αδελφοί Μαρλαφέκα και ο Παναγιώτης Τσινάβος, αντίστοιχα, δεν σκοπεύουν να βάλουν «πωλητήρια» στις δυο εταιρίες, ωστόσο είχαν ξεκαθαρίσει πως κρατούν ανοικτή την «πόρτα» τους, σε όποιον θελήσει να αποκτήσει μειοψηφικά ποσοστά σε αυτές και να γίνει «συμπαίκτης» τους – χωρίς να παραχωρούν, ούτε κατά σκέψη, το μάνατζμεντ-, στην προσπάθεια τους να ανεβάσουν ακόμα ψηλότερα τον «πήχη».

Αρκετές από τις βιομηχανίες του κλάδου των τροφίμων και των ποτών στην Ελλάδα κατάφεραν να μετατρέψουν «την κρίση σε ευκαιρία», υλοποιώντας παραγωγικές επενδύσεις, εξελίσσοντας τα προϊόντα τους και κερδίζοντας έδαφος εντός κι εκτός των συνόρων, την ώρα που άλλες επιχειρήσεις «υπέφεραν» οικονομικά και πολλές δεν απέφυγαν, τελικά, ένα επώδυνο λουκέτο.

Και δεν είναι τυχαίο ότι ξένοι επενδυτές «λοκάρουν», συχνά, ελληνικές τροφίμων…

Λουξ και Κρι Κρι ανήκουν στο υγιές κομμάτι της αγοράς και εξακολουθούν να «ανοίγουν πανιά» για πιο «μακρινά ταξίδια», πέρα από την εδραίωση τους στην εγχώρια, όπου η μεν πρώτη μπήκε «σφήνα» ανάμεσα στις πολυεθνικές καταλαμβάνοντας την 2η θέση στα αναψυκτικά (είναι η 1η ελληνική στον κλάδο), η δε δεύτερη «κρατά», επίσης, την 2η θέση στα core αντικείμενα της, σε γιαούρτι και παγωτό, εξάγοντας και οι δυο σε δεκάδες άλλες χώρες.

Δεν χρειάζονται συνεπώς ούτε «σωτήρες», ούτε στρατηγικούς επενδυτές. Δεν αποσκοπούν σε εξυγίανση, ούτε σε εξαγορά τους, αλλά αναπτύσσονται και προσελκύουν το επενδυτικό ενδιαφέρον.

Μια σημαντική διαφορά τους, ότι η σερραϊκή γαλακτοβιομηχανία είναι εισηγμένη, με την οικογένεια Τσινάβου να κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της με ένα 26,69% στο free float και εμφανίσθηκε προ μηνών διατεθειμένη να «απελευθερώσει» ένα μειοψηφικό ποσοστό, χωρίς να «καίγεται» για κάτι τέτοιο.

THE OBJECTIVE.GR/Business Stories

 

Κοινοποίηση: