Του Νίκου Συνοδινού*

Το θηρίο δεν κάνει διακρίσεις. Το χτύπημα του κορωνοϊού λύγισε στα 65 του χρόνια την Τρίτη 24 Μαρτίου τον πολύπειρο ορειβάτη και αρχηγό στην πρώτη ελληνική αποστολή στα Ιμαλάια το 1985, Μιχάλη Τσουκιά. Ο άνθρωπος που έδωσε σημαντική ώθηση στον ελληνικό αλπινισμό, την ορειβασία και τις δραστηριότητες βουνού, με την εξαιρετική φυσική κατάσταση, δεν τα κατάφερε. Ήταν το πρώτο «θηρίο» που «έφυγε» από τον κορωνοϊό στην πατρίδα μας.

Ο Μιχάλης Τσουκιάς, ιδρυτής της Trekking Hellas με τεράστιο κοινωνικό έργο, έδωσε τη μάχη του στην εντατική του νοσοκομείου Σωτηρία. Σε πολύ επικίνδυνες διασώσεις πάντα ήταν νικητής. Διετέλεσε πρόεδρος του ΕΟΣ Αθήνας και αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Ορειβασίας (ΕΟΟΣ), στην οποία και δημιούργησε το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα ορειβασίας και πρόεδρος του επαγγελματικού σωματείου των Ελλήνων Οδηγών Βουνού.

Ο Μιχάλης Τσουκιάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 1955 και ασχολήθηκε με την Ορειβασία από το 1972. Είχε σπουδάσει Αρχιτέκτων μηχανικός.  Ήταν ο πρώτος πρόεδρος του Συλλόγου Οδηγών Βουνού (ΣΕΟΒ) και για τη δράση του εκεί τιμήθηκε με το χρυσό βραβείο ήθους. Συμμετείχε σε πολλές ορειβατικές αποστολές στα Ιμαλάια, τις Άνδεις και την Ανταρκτική. Ήταν οδηγός ποταμού, ενώ είχε ανοίξει πολλές διαδρομές σε φαράγγια. Επιχειρηματικά δημιούργησε την πρώτη ελληνική τουριστική επιχείρηση υπαίθριων δραστηριοτήτων.

Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις κατέθεσε τα εσώψυχά του:

«Έπαθα και έμαθα πολλά – το σημαντικότερο: ουδέν καλό αμιγές κακού. Όλα τα πράγματα στη ζωή έχουν δυο όψεις και δεν υπάρχει κάποια δράση χωρίς συνέπεια. 

Τα ερασιτεχνικά (και νεανικά) χρόνια, μου άφησαν φιλίες και αναμνήσεις από περιπέτειες στα όριά μου, αλλά και δημιουργική κοινωνική δράση. Η ορειβατική διάσωση και οι σχολές ορειβασίας της ομοσπονδίας ήταν τα σημαντικότερα. Βέβαια είχαν συνέπειες: ήμουν μόνιμα άφραγκος και το μόνο ζήτημα που μπορούσα να συζητήσω ήταν τα τρέχοντα ορειβατικά προβλήματα. 

»Τα επαγγελματικά (και ώριμα) χρόνια μου έδωσαν εμπειρίες, για χώρες και λαούς μέσα από τα ταξίδια και για τους ανθρώπους μέσα από τη συνοδεία δραστηριοτήτων όπως το rafting & canoeing. Μετά από αρκετά χρόνια επαγγελματικής δραστηριοποίησης άρχισα να έχω και χρήματα στην τσέπη. Αλλά αποξενώθηκα από φίλους, χάθηκα από τα βουνά, κατηγορήθηκα. 

»Είναι νωρίς ακόμη για το τελικό ζύγισμα – η ζωή και οι περιπέτειά της συνεχίζεται»… 

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως πλησίαζε η τελευταία ανάβαση για τον Μιχάλη. Ακόμη και όταν ήλθε το κακό, οι ηλικίες που αυτό δάμαζε ήταν σαφώς μεγαλύτερες. Ο άνθρωπος που φάνταζε αλώβητος, άτρωτος, που από τα 17 του στη Σχολή Πρωτοβάθμιων Εκπαιδευτών του Γαλλικού Ορειβατικού Συνδέσμου, πάτησε 15 μέρες τις Άλπεις και στα 22 του ήταν επικεφαλής Ομάδων Διάσωσης του Ιταλικού Ορειβατικού Συνδέσμου, χτυπήθηκε από τον κορωνοϊό.

Τα παράσημά του 

Ο Μιχάλης Τσουκιάς ως Εκπαιδευτής Ορειβασίας και Αναρρίχησης φάνταζε για όσους τον ήξεραν ο αγέρωχος άνθρωπος που κανένα εμπόδιο δεν μπορούσε να σταματήσει.

Αρχηγός τριών ελληνικών ορειβατικών αποστολών στα Ιμαλάια, το 1985 στο βουνό Annapurna (η πρώτη ελληνική αποστολή στα Ιμαλάια), το 1987 στο βουνό Ama Dablam (πρώτη επιτυχής ελληνική αποστολή στα Ιμαλάια και το πιο δύσκολο τεχνικά βουνό που έχει γίνει στα Ιμαλάια από Έλληνες μέχρι σήμερα) και το 1989 στα βουνά Lobuche και Island Peak, εκπαιδευτική αποστολή για την Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας και Αναρρίχησης.

Ήταν μέλος της πρώτης επιτυχούς ορειβατικής αποστολής στις Άνδεις, στο βουνό Alpamayo, το 1987. Αρχηγός της 47μελούς πρώτης Διεθνούς Εκπαιδευτικής Ορειβατικής Αποστολής για νεαρούς ορειβάτες στα Ινδικά Ιμαλάια, στο βουνό Kamet, το 1990 και της πρώτης και με απόλυτη επιτυχία ελληνικής αποστολής στην Ανταρκτική, το 2000, με ανάβαση της υψηλότερης κορυφής (Vinson – 5140μ).

Είχε κάνει αναβάσεις στα βουνά Kinabalou – 4001μ, στο Βόρνεο και στο Kilimanjaro – 5.895μ, στην Τανζανία.

Ήταν ένας από τους πρώτους Έλληνες ορειβάτες που ασχολήθηκε με διαδρομές πάγου και μικτές. Συμμετείχε σαν επικεφαλής σε πολλές διασώσεις στην Ελλάδα, ενώ είχε εργαστεί για 2 χρόνια στον Ιταλικό Οργανισμό Ορειβατικής Διάσωσης.

Ήταν μια τεράστια προσωπικότητα με συνεχείς αναζητήσεις, καθώς το 1996 εισήγαγε στην Ελλάδα το νέο σπορ της κατάβασης φαραγγιών με σχοινιά (Canyoning) ανοίγοντας τις πιο πολλές από τις σήμερα γνωστές διαδρομές.

Το 1986 ξεκίνησε την πρώτη στην Ελλάδα εταιρία υπαίθριων δραστηριοτήτων (Trekking Hellas) και από τότε είχε επαγγελματική ενασχόληση με πολλές από τις υπαίθριες δραστηριότητες και τον εναλλακτικό τουρισμό στη χώρα μας. Στον χώρο του αυτοκινήτου ο Μιχάλης Τσουκιάς και η Trekking εισέρχονται με την επιτυχή διοργάνωση, από το 1990 έως και το 2000, της επιλογής του ελληνικού πληρώματος για τη διεθνή περιπέτεια οδήγησης και επιβίωσης Camel Trophy.

Πολλές φορές έσωσε συνανθρώπους του 

Ο Μιχάλης έσωσε τον πρώτο συνάνθρωπό του, στη μοιραία αποστολή της κατάκτησης των  7.219 μέτρων στα Ιμαλάια.

Στις 8 Σεπτεμβρίου του ’85 η ελληνική αποστολή αναχωρεί για το Νεπάλ. Μαζί της φέρει υλικό (ορειβατικό εξοπλισμό και τρόφιμα) περίπου τριών τόνων(!). Ύστερα από πεζοπορία έξι ημερών και πολλών χιλιομέτρων, η ομάδα φθάνει και εγκαθίσταται στην Κατασκήνωση Βάσης, αρχίζοντας να καταστρώνει το σχέδιο για την ανάβαση πάνω από τα 7.000 μέτρα. Μια φοβερή κακοκαιρία θα καθηλώσει την αποστολή για λίγες ημέρες.

Οι 4 Έλληνες της ομάδας κορυφής (Μιχάλης Τσουκιάς, Χρήστος Λάμπρης, Κλήμης Τσατσαράγκος και Δημήτρης Μπουντόλας) βρίσκονται πλέον στην Κατασκήνωση ΙΙΙ. Απέχουν μερικές εκατοντάδες μέτρα από την επίτευξη του στόχου. Το κακό, όμως, παραμονεύει.

Στις 22 Οκτωβρίου μια τρομερή χιονοστιβάδα παρασύρει την ομάδα κορυφής σε υψόμετρο 6.400 μέτρων και σκοτώνει τον Ευρυτάνα Κλήμη Τσατσαράγκο. Σε ηλικία μόλις 28 ετών, ο ορειβάτης από τον Προυσό θα γίνει ο πρώτος Έλληνας που χάνει τη ζωή του στα Ιμαλάια.

Η τραγωδία δεν έχει τέλος: λίγο αργότερα χάνει τη ζωή του, από μία νέα χιονοστιβάδα, ο Δημήτρης Μπουντόλας, του ΕΟΣ Θεσσαλονίκης. Συνολικά τέσσερις ορειβάτες, δύο Έλληνες και δύο Γερμανοί, σκοτώθηκαν λίγα μέτρα πριν από την κατάκτηση του στόχου τους.

Ο ορειβάτης Χρήστος Λάμπρης διηγείται πώς το 1985 παραλίγο να αφήσει την τελευταία του πνοή, από τη χιονοστιβάδα, και πώς ο φίλος του, Μιχάλης Τσουκιάς ‒με τον οποίο, ένα χρόνο αργότερα, συνδημιούργησαν την «Trekking Hellas»‒, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο.

«Ήταν η πρώτη ελληνική αποστολή στα Ιμαλάια, το 1985. Σε μια εποχή που οι γνώσεις μας για αυτά ήταν ελάχιστες και οι εμπειρίες από οργάνωση τέτοιων αποστολών ανύπαρκτες. Μέσα από μεγάλες δυσκολίες και απρόοπτα συμβάντα ‒όπως η απώλεια του σημαντικότερου μέρους των τροφίμων και του εξοπλισμού βουνού από μια παγοστιβάδα που τα καταπλάκωσε‒, κατορθώσαμε να φτάσουμε σε υψόμετρο 6.400 μέτρων, όπου στήσαμε την τελευταία μας κατασκήνωση. Το πρόγραμμά μας ήταν την επόμενη μέρα να κάνουμε την τελική προσπάθεια για την ανάβαση στην κορυφή. Το μεσημέρι, ενώ ξεκουραζόμουν έξω από το αντίσκηνο, άκουσα ξαφνικά τον ήχο της χιονοστιβάδας. Γύρισα και την είδα, λίγα μέτρα ψηλότερα, να έρχεται, ορμητικά, κατά πάνω μας.  

«Πήγα να τρέξω, να ξεφύγω, δεν πρόλαβα όμως να κάνω παρά δυο βήματα. Με άρπαξε βίαια και με παρέσυρε. Προσπάθησα να αντιδράσω, να φρενάρω την πτώση μου, όμως η πλαγιά κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν. Λίγο πιο κάτω, σε ένα κάθετο σημείο, βρέθηκα στον αέρα. Πέφτοντας, το αριστερό μου πόδι βυθίστηκε στο μαλακό χιόνι και, όπως στροβιλιζόμουν από την πτώση, όλο μου το κορμί περιστράφηκε γύρο απ’ το γόνατό μου. Το ένιωσα να διαλύεται…».

 Η διήγηση κόβει τις ανάσες: 

«Σε ένα επόμενο κάθετο σημείο, από την πτώση και τους όγκους του χιονιού που έπεφταν πάνω μου, αισθάνθηκα τα πλευρά μου να σπάνε κι έχασα και τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα ήμουν μπρούμυτα στην πλαγιά, με το κεφάλι προς τα κάτω και γλιστρούσα αργά. Η χιονοστιβάδα με είχε αφήσει και συνέχιζε την πορεία της. Όπως εκτιμήσαμε μετά, η πτώση μου ήταν συνολικά γύρω στα 600 μέτρα. Μου πήρε αρκετή ώρα μέχρι να καταφέρω να γυρίσω ανάσκελα και να ανασηκωθώ, ανακαλύπτοντας ένα-ένα τα σπασμένα μου κόκαλα. Προσπάθησα να σκεφτώ τι να κάνω για να επιβιώσω τη νύχτα. Να ανοίξω μια τρύπα στο χιόνι για να μπω μέσα, να γλιστρήσω μέχρι να βρω κάποια ρωγμή στον παγετώνα για να προφυλαχτώ…  

«Ήταν αδύνατον όμως να επιχειρήσω το οτιδήποτε. Δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ από τον πόνο. Έμεινα έτσι, περιμένοντας κι εγώ δεν ξέρω τι. Σίγουρος ότι όλοι οι σύντροφοί μου ήταν νεκροί… Για καλή μου τύχη, ο Μιχάλης Τσουκιάς είχε κατορθώσει να ξεφύγει από την πτώση του στη χιονοστιβάδα. Βρήκε τα σκόρπια υλικά της κατασκήνωσης, μου έφερε έναν υπνόσακο και ένα μισοσπασμένο αντίσκηνο, με έβαλε μέσα να περάσω τη νύχτα και έφυγε για να φέρει βοήθεια. Με το που νύχτωσε, άρχισαν κατολισθήσεις πάγων, πέρναγαν γύρω μου κάθε λίγο, με πάταγο. Ένα κομμάτι χτύπησε το αντίσκηνο και με βρήκε στο μέτωπο. Μου άνοιξε μια πληγή, που μέσα χωρούσαν οι άκρες των δαχτύλων μου. Λουσμένος στο αίμα, την πίεσα δυνατά με το χέρι μου, μέχρι που η αιμορραγία σταμάτησε. Αν ο όγκος του πάγου ήταν μεγαλύτερος, όλα για μένα θα είχαν τελειώσει εκεί…  

Το πρωί μια ακόμη χιονοστιβάδα πέρασε δίπλα μου. Άρχισε να με παρασέρνει, όχι όμως τόσο ώστε να φύγω μαζί της. Με έβγαλε από το πατάρι, στο οποίο με είχε βολέψει ο Μιχάλης, και με άφησε πάλι στην πλαγιά. Για μια ακόμα φορά στάθηκα τυχερός. Ήταν πια μεσημέρι και η βοήθεια δεν είχε φανεί. Είχα ήδη αρχίσει να προετοιμάζομαι ψυχολογικά για μια ακόμη εφιαλτική νύχτα, όταν άκουσα κουβέντες από χαμηλά. Ήταν οι φίλοι μου, τα άλλα μέλη της αποστολής, που έρχονταν να με πάρουν…   

Χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να με κατεβάσουν στη βάση του βουνού, όπου μπορούσε να προσεδαφιστεί το ελικόπτερο. Οι πιθανότητες επιβίωσης από ένα τέτοιο ατύχημα είναι ελάχιστες και η διάσωσή μου από τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής ήταν ένας πραγματικός άθλος, που ελάχιστες φορές έχει επαναληφθεί στα Ιμαλάια. Μέσα στην ατυχία μου αισθάνομαι απίστευτα τυχερός. Θεωρώ ότι το πολυτιμότερο πράγμα που έχω στη ζωή είναι οι εμπειρίες μου και οι φίλοι μου ‒δεν θα τα άλλαζα αυτά για τίποτα άλλο…»

Ο επίλογος της απίστευτης αυτής περιπέτειας:

«Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, χρειάστηκε να περάσω έξι μήνες στο νοσοκομείο και άλλους τόσους μέχρι να επαναφέρω τη φυσική μου κατάσταση στα προηγούμενα επίπεδα. Ωστόσο, δεν τα παράτησα. Αμέσως μετά ξεκινήσαμε τη διοργάνωση της επόμενης ορειβατικής μας αποστολής στα Ιμαλάια, και έξι ακόμη μήνες αργότερα βρέθηκα στην κορυφή ενός από τα δυσκολότερα βουνά στα οποία είχαν ανέβει Έλληνες μέχρι τότε, του Ama Dablam (6.850 μ). Ζω από θαύμα! Ακόμη και σήμερα, όταν αντιμετωπίζω κάποιες δυσκολίες στη ζωή μου, στη δουλειά μου ή στα προσωπικά μου, φέρνω στο μυαλό μου το πόσο τυχερός ήμουν τότε και πια όλα τα άλλα μου φαίνονται ασήμαντα.  

Η φύση δεν κατακτιέται. Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε αυτό, τόσο καλύτερα για εμάς τους ίδιους. Η διαδικασία, κατά τη γνώμη μου, είναι το σημαντικότερο στάδιο της όλης προσπάθειας. Η χαρά της ανάβασης βρίσκεται στην υπέρβαση της κάθε δυσκολίας, μιας-μιας ξεχωριστά, και όχι μόνο στην κορυφή. Θυμάμαι όταν σκαρφαλώσαμε στο Ama Dablam, στα Ιμαλάια ‒μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση βράχου και πάγου‒, όταν τέλειωσαν οι δυσκολίες, σταματήσαμε. Θέλαμε ακόμη 50 μέτρα απλό περπάτημα για να ανέβουμε στο ψηλότερο σημείο του βουνού. Δεν πήγαμε ποτέ ως εκεί. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος…  

Οι ορειβάτες που σέβονται το βουνό δεν αναμετρώνται μαζί του, αλλά με τον εαυτό τους. Υπάρχουν, φυσικά, και ορειβάτες που πηγαίνουν στο βουνό με διάθεση να το “κατακτήσουν”. Συχνά υπερβάλλουν στις περιγραφές τους, μιλώντας κυρίως για τις ακραίες συνθήκες που συνάντησαν, τις πολικές θερμοκρασίες, τους τρομερούς ανέμους, τους δράκους που έβγαζαν φωτιές και άλλα παρόμοια. Μόλις ακούσετε κάποιον ορειβάτη να μιλάει έτσι, αγνοήστε τον». 

Στο Νεπάλ η απόφαση 

Όταν το 1986 οι νεαροί τότε ορειβάτες Μιχάλης Τσουκιάς και Χρήστος Λάμπρης βρέθηκαν στο Νεπάλ, εντόπισαν κάμποσες ομοιότητες με την ορεινή Ελλάδα και μία διαφορά: εδώ ο τουρισμός υπαίθρου δεν ήταν καν ιδέα. Πήραν την απόφαση στα Ιμαλάια και δημιούργησαν την Trekking Hellas, προσφέροντας στους ξένους πεζοπορία στην «αυθεντική Ελλάδα». Οι πρώτες καταβάσεις ποταμού έγιναν το 1989 – με φουσκωτό θαλάσσης στον Νέστο και με βάρκα ποταμού στον Αχελώο.

Το success story ωστόσο δεν προκύπτει από την ελληνική πραγματικότητα και όπως είχε δηλώσει ο Μιχάλης Τσουκιάς στην «Καθημερινή» πριν από δύο χρόνια: «Το 90% των πελατών μας είναι ξένοι. Οι Ελληνίδες μανάδες, μόλις ακούσουν βουνό, λένε: “Θα κρυώσεις! Θα σε φάνε τα φίδια! Χάλια έγινες, μες στις λάσπες”. Η λάσπη δεν είναι βρωμιά. Η υπερπροστασία αποξενώνει τα παιδιά από τη φύση, η οποία είναι υγεία, ψυχική και σωματική. Πότε κινδυνεύει πιο πολύ κάποιος; Στο βουνό ή στον αυτοκινητόδρομο;»

«Τα παιδιά να εκτεθούν στη φύση» 

Ο Μιχάλης ήταν από παιδί ένα με τη φύση. Και αυτό ήθελε να περάσει στις νέες γενιές.

«Τα παιδιά πρέπει να εκτεθούν στη φύση. Αγαπάω το περιβάλλον δεν σημαίνει δεν πετάω κάτω τα σκουπίδια μου. Σημαίνει γίνομαι μέρος του», είχε πει σε συνέντευξή του.

Το ράφτινγκ έχει ιδιαίτερη ζήτηση μεταξύ των Ελλήνων, αφού 30.000 άνθρωποι τον χρόνο δοκιμάζουν καταβάσεις: «Η δημοφιλία του ίσως έγκειται στο ότι είναι καθιστική δραστηριότητα, ενώ η πεζοπορία απαιτεί δράση», ήταν τα λόγια του Μιχάλη Τσουκιά. Παραδεχόταν όμως ότι αυτός είναι ο ωραιότερος τρόπος να εισαχθεί μια οικογένεια στη φύση. Καθώς το κόστος είναι υψηλό, «προτείνω να το κάνουν μία φορά τον χρόνο. Έπειτα να πεζοπορήσουν, και γι’ αυτό χρειάζονται οι συνοδοί: φτιάχνουν την εμπειρία, αλλιώς το σκέφτεσαι ως ταλαιπωρία». Ξεχωρίζει το φαράγγι του Λούσιου για ράφτινγκ και περπάτημα ή το μονοπάτι που συνδέει το Κωρύκειο Άντρο με τους Δελφούς: «Φεύγεις τόσο πλούσιος, αρκεί να μην το αντιμετωπίζεις με φόβο. Όλα, εξάλλου, είναι οργανωμένα και ασφαλή. Το 95% των επαγγελματιών είναι άνθρωποι του βουνού και θέλουν να περάσει καλά όποιος τους ακολουθήσει». 

  • Ο Νίκος Συνοδινός είναι ένας από τους παλαιότερους εν ενεργεία και πιο έγκυρους Έλληνες αθλητικούς συντάκτες. Το THE OBJECTIVE.GR τον ευχαριστεί για την σημερινή συμμετοχή του.
Κοινοποίηση: