Το πολυτιμότερο και πιο εξαγώγιμο, ίσως, αγαθό της ελληνικής γης είναι το ελαιόλαδο. Μια πηγή πλούτου, τόσο …διατροφικού, όσο και από καθαρά οικονομικής πλευράς.

Γιατί από τις πωλήσεις του «εθνικού μας προϊόντος», τόσο στις διεθνείς αγορές, όσο και στην εγχώρια, παράγεται ένας τζίρος πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, προς όφελος των παραγωγών και των εμπορών, αλλά και της ελληνικής οικονομίας.

Όμως, πάλι υπάρχει πρόβλημα. Η, θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι πολύ καλύτερα. Οι άνθρωποι οι οποίοι δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στον κλάδο του τυποποιημένου –άρα και ελεγμένου ποιοτικά, από τους αρμόδιους φορείς- καταγγέλλουν ότι μια ποσότητα 50.000 τόνων ελληνικού ελαιόλαδου περίπου διακινείται κάθε χρόνο στο λεγόμενο παραεμπόριο. Παρανόμως, δηλαδή, χωρίς να αποδίδονται οι αναλογούντες φόροι στο κράτος και, όπως διευκρινίζουν, δεν αναφέρονται στην «αυτοκατανάλωση». Σε αυτούς, που «βγάζουν» λάδι από τις ελιές για τις ανάγκες της οικογένειας τους, αλλά σε όσους το πωλούν χύμα, στους γνωστούς …τενεκέδες, πολλές φορές χωρίς κανέναν έλεγχο και χωρίς να καταγράφονται πουθενά οι συναλλαγές τους.

Αν και είναι από δύσκολο ως ακατόρθωτο να «μετρηθεί» με απόλυτη ακρίβεια ο όγκος του ελαιόλαδου ο οποίος «χάνεται» από τις πωλήσεις στα νόμιμα κανάλια, εφόσον είναι αληθή –έστω κατά προσέγγιση- τα στοιχεία στα οποία αναφέρονται επιχειρηματίες του κλάδου, αυτομάτως σημαίνει ότι διακινείται «εκτός νόμου» μια ποσότητα προϊόντος … διπλάσια από τις 25.000 τόνους που τοποθετείται στα ράφια των σούπερ μάρκετ τυποποιημένο, σε μπουκάλια ή μικρούς τενεκέδες, το καθένα με την μάρκα του!

Αναλογικά, οι 50.000 τόνοι χύμα ελαιόλαδου που πωλούνται «χέρι με χέρι» στο παραεμπόριο αντιστοιχούν στο 1/5 ή 1/6 της συνολικής ποσότητας των 250.000300.000 τόνων οι οποίοι παράγονται συνολικά σε όλη την Ελλάδα, σύμφωνα και πάλι με τους υπολογισμούς και τα στοιχεία των νόμιμων επιχειρηματιών του κλάδου.

ΟΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΟ …ΡΑΦΙ

Και βέβαια, τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα, αν αναλογισθεί κάποιος ότι από τους 250.000300.000 τόνους αυτούς, οι 90.000 τόνοι εξάγονται χύμα κάθε χρόνο από την Ελλάδα μόνο προς την Ιταλία. Διότι, αναπόφευκτα, το χύμα λάδι που «μένει» εδώ σε αρκετές περιπτώσεις νοθεύεται με σπορέλαια ή με περσινές σοδιές, στην προσπάθεια να …καλύψει μια μεγαλύτερη κατανάλωση.

Αξιοσημείωτο, επίσης, θεωρείται και ένα άλλο στοιχείο: σε σύγκριση με τα προ κρίσης δεδομένα, οι πωλήσεις ελαιόλαδου σε όγκους από τα σούπερ μάρκετ μειώθηκαν από τους 37.000 τόνους ετησίως στους 25.000 τόνους, άρα προκύπτει ότι από τα …ράφια των αλυσίδων του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων μόνο «χάθηκαν» 12.000 τόνοι.

Σε τι …ποσό αποτιμώνται οι απώλειες της νόμιμης αγοράς από τις πωλήσεις των 50.000 τόνων λαδιού στο παραεμπόριο, με έναν απλό πολλαπλασιασμό επί της μέσης τιμής ανά κιλό (π.χ. πάνω από 4 ευρώ, αν σκεφθεί κάποιος ότι πολλοί μιλούν για τιμές 70 ευρώ στον τενεκέ των 17 κιλών). Πάνω από 200 εκατ. ευρώ «μείον», με λίγα λόγια, με ό,τι αυτό σημαίνει για τζίρους, φόρους, εισφορές, αλλά και θέσεις εργασίας στον κλάδο…

Το αίτημα της αγοράς δεν είναι άλλο, από την καθιέρωση πιο αυστηρών ελέγχων στις πωλήσεις ελαιόλαδου, έτσι ώστε να «επιστρέψει» ένα μεγάλο μέρος των 50.000 τόνων στα νόμιμα «κανάλια» διακίνησης του.

Ο ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ

Ένα άλλο ζήτημα που μπαίνει στο τραπέζι, είναι η ανάγκη εξορθολογισμού του κλάδου και ειδικότερα της παραγωγής. Αρκεί, να αναφερθεί ότι στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν περί τις 700 τυποποιητήρια ελαιόλαδου τα οποία δεν λειτούργησαν ποτέ και 1.500 ελαιοτριβεία, τα οποία δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν απόσβεση της επένδυσης τους, όταν η Ισπανία με 4πλάσια παραγωγή από την πατρίδα μας εκτιμάται πως διαθέτει μόλις 200!

Η σωστή οργάνωση της παραγωγής εκτιμάται ότι θα οδηγήσει στην αύξηση της αλλά και την αναβάθμιση της ποιότητας του λαδιού μας.

«Λιγότερα τυποποιητήρια και ελαιοτριβεία, αύξηση παραγωγής και περισσότερα νόμιμα έσοδα», λοιπόν, είναι το συμπέρασμα…

Η Ελλάδα θεωρείται η 3η μεγαλύτερη παραγωγός ελαιόλαδου στον πλανήτη, πίσω από την «πρωταθλήτρια» Ισπανία και την Ιταλία, που παρόλα αυτά χρειάζεται και την …δική μας παραγωγή για να καλύψει τις καταναλωτικές ανάγκες του πληθυσμού της.

Παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, και με όσα εμπόδια προκαλεί στο διεθνές εμπόριο η συνεχιζόμενη πανδημία του COVID-19, δεν λείπουν οι ευκαιρίες για όσους στην Ελλάδα επιχειρούν στον κλάδο, καθώς η ζήτηση για εξαγωγές ελληνικού ελαιόλαδου μεγαλώνει «σε όλα τα μήκη και τα πλάτη» του κόσμου!

Δεν είναι τυχαίο, ότι τελικώς …πληθαίνει ο αριθμός όσων αιτούνται νέες άδειες παραγωγής και εμπορίας ελαιόλαδου. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί πως έχουν γίνει ακόμα πιο αυστηρά  τα ποιοτικά στάνταρ για να μπορεί κάποιος επιχειρηματίας του κλάδου στην Ελλάδα να διατηρήσει (ή να αποκτήσει) συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι ανταγωνιστών, όπως κυρίως είναι οι Ισπανοί ελαιοπαραγωγοί…

 

Κοινοποίηση: